Γερμανός


Γερμανός
[германос] ουσ. а. германец

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "Γερμανός" в других словарях:

  • Γερμανός — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Αποκεφαλίστηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας κατά τους διωγμούς του Μαξιμιανού (286 305). Η μνήμη του τιμάται στις 12 Νοεμβρίου. 2. Μαρτύρησε την εποχή του Τραϊανού. Η μνήμη του τιμάται στις 7… …   Dictionary of Greek

  • γερμανός — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Αποκεφαλίστηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας κατά τους διωγμούς του Μαξιμιανού (286 305). Η μνήμη του τιμάται στις 12 Νοεμβρίου. 2. Μαρτύρησε την εποχή του Τραϊανού. Η μνήμη του τιμάται στις 7… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανός — ο θηλ. ίδα αυτός που κατάγεται από τη Γερμανία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Γερμανός, Παλαιών Πατρών — (Γεώργιος Γκόζιας, Δημητσάνα 1771 – Ναύπλιο 1826). Ένας από τους πρωτεργάτες της Επανάστασης του 1821. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στην πατρίδα του και στο Άργος, πήγε στη Σμύρνη, όπου συνδέθηκε φιλικά με τον συμπατριώτη του, μητροπολίτη της… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανός, Φρέντυ — (Αθήνα 1934 – Αθήνα 1999). Συγγραφέας και δημοσιογράφος. Ο Γ. θεωρείται ο σημαντικότερος σύγχρονος εκπρόσωπος του χιουμοριστικού διηγήματος και από τους πρωτεργάτες της ελληνικής τηλεόρασης. Ξεκίνησε να γράφει το 1952, σε ηλικία 18 ετών, αρχικά… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανός, Νικόλαος — (Πολύγυρος, Χαλκιδική 1864 – Θεσσαλονίκη 1932). Καθηγητής της ζωολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και βουλευτής Θεσσαλονίκης. Συνέβαλε στην ίδρυση της Διεθνούς Έκθεσης της πόλης. Δημοσίευσε πολλές επιστημονικές εργασίες στα ελληνικά και στα… …   Dictionary of Greek

  • Καραβαγγέλης, Γερμανός — (Στύψη, Λέσβος 1866 – Βιέννη 1935). Μητροπολίτης Καστοριάς (1900 7) και αργότερα Αμασείας (1909 21). Η εκκλησιαστική και πατριωτική δράση του συνδέεται με τον Μακεδονικό αγώνα και την αντίσταση των Ελλήνων του Πόντου στην αφομοιωτική πολιτική των …   Dictionary of Greek

  • Άγιος Γερμανός — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 1.040 μ., 231 κάτ.) του νομού Φλωρίνης. Απλώνεται στις δυτικές πλαγιές του Βαρνούντα σε πολύ ωραία τοποθεσία με θέα προς τη Μικρή Πρέσπα. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Πρεσπών. Είναι ιστορικό χωριό με ενδιαφέρουσα… …   Dictionary of Greek

  • Γκαίτε, Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον- — Γερμανός ποιητής. Βλ. λ. Γκέτε, Γιόχαν Βόλφγκανγκν φον …   Dictionary of Greek

  • Έγελος — Γερμανός φιλόσοφος. Βλ. λ. Χέγκελ …   Dictionary of Greek